Στη μνήμη της θείας Ερασμίας
Δύο πράγματα γεμίζουν την ψυχή με
πάντοτε καινούριο και αυξανόμενο σεβασμό και θαυμασμό, όσο συχνότερα και
σταθερότερα ασχολείται μαζί τους ο στοχασμός: ο έναστρος ουρανός πάνω μου και ο
ηθικός νόμος μέσα μου. Ιμάνουελ Καντ, Η
Κριτική του Καθαρού Λόγου (Μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης)
Χαμηλό, στενό, σκοτεινό κτήριο. 25ης
Μαρτίου και Ανδρούτσου, σχεδόν γωνία, μέσα σε στενάκι, γύρω στο ενάμιση χιλιόμετρο
από τη στάση του Μετρό της Κατεχάκη. Στενά, σκοτεινά μικρά σκαλοπάτια. Στενή
μικρή τζαμένια πόρτα, ερμητικά κλειστή. Στο πλάι ένα γκρίζο, παλιό, ηλεκτρικό
κουδούνι. Δίχως όνομα. Χτυπώ και μου ανοίγουν κατευθείαν. Με περιμένουν.
Κάποια λεπτά πριν, είχα επιβεβαιώσει από το κινητό
τηλέφωνό μου τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσω μιας και βγαίνοντας από το
μετρό είχα καταρχήν ακολουθήσει λάθος κατεύθυνση και ήδη είχα περιπλανηθεί
κάπου μισή ώρα στη λεωφόρο, μπρος και πίσω από το Νοσοκομείο «Γεννηματάς». Είχα
και τσάντα σχετικά βαριά στον ώμο, κάποια
προσωπικά αντικείμενα και κάποια πράγματα για τη θεία μου. Και μια μικρή,
πρόχειρη κάμερα για να την βιντεοσκοπούσα, αν βόλευε. Και τον φορτιστή των
μπαταριών. Στο χέρι μου κρατούσα κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Έτσι, για να
ομορφύνω τον χώρο της. Να ζεστάνω την καρδιά της. Είχε πει στη μητέρα μου ότι
δεν ήθελε να της πάω τίποτα. Γιατί, έπεφταν όλοι σαν τα αρπακτικά και τα
έπαιρναν για δική τους κατανάλωση, είπε. Αλλά, ήξερα πως τα φρούτα της αρέσουν
πολύ. Και, διαισθητικά ίσως, αγόρασα κάποια λίγα φρούτα. Και τις αγαπημένες της
καραμέλες. Και ένα σακουλάκι κουλουράκια. Φορούσα όμως τις λάθος μπότες. Αυτές
που στα πέντε βήματα αρχίζουν και με χτυπάνε. Τα πόδια μου είχαν πονέσει. Είχα
αγχωθεί και στενοχωρηθεί με το χάσιμο χρόνου και την περιπλάνησή μου, με τις
λάθος οδηγίες που μου έδωσαν στο τηλέφωνο εκείνο το πρωί. Είχε ήδη πάει έξι.
Και θα έπρεπε να φύγω κατά τις 8.20 το αργότερο για να προλάβω το θέατρο. Ο
χρόνος, ήξερα, πως ήταν πολύτιμος. Και πιο πολύτιμος εκείνης, από τον δικό μου.
Η κατά εφτά χρόνια μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας
μου, στα ενενήντα έξι της τώρα, γεννημένη στην Κωνσταντινούπολη κι εκείνη,
έφυγε από κει στα οκτώ της χρόνια, με τον διωγμό. Μεγαλωμένη στις Σέρρες, παντρεύτηκε
πολύ νέα, έναν ταγματάρχη του πεζικού, που υπηρετούσε τότε εκεί, πολύ
μεγαλύτερο της σε ηλικία, και όπως το έδειξε μετά η ζωή, τρομερά στριφνό και δύσκολο
άτομο. Έκαναν έξι παιδιά, τρία και τρία. Τα αγόρια σχεδόν όλα «προβληματικά»,
ακοινώνητα, μονόχνοτα, ίσως ... λόγω του αυστηρού πατέρα τους. Τον Στάθη, τον μεσαίο,
τον μόνον με κοινωνικότητα, τον έχασε η θεία μου, στα 42 του περίπου, από
καρκίνο. Ο Μάκης, ο μεγάλος, από πολλά χρόνια εξαφανισμένος, παρότι ζούσε κι
αυτός στην Αθήνα, καμία επαφή με τους δικούς του, χαμένος… Η μητέρα μου είχε
προσπαθήσει να τον αναζητήσει μέσω της αστυνομίας, είχε επικοινωνήσει με το
Άγιο Όρος, όπου από ότι ξέραμε πήγαινε συχνά, αλλά τίποτα. Βρέθηκε τελικά νεκρός
στο διαμέρισμά του πριν λίγους μήνες. Τον βρήκαν οι αδερφές του μετά από
ειδοποίηση της αστυνομίας. Δεν το είπαν στην θεία. Δεν το γνωρίζει. Δεν θα το
μάθει ποτέ. Της φθάνει η εκούσια εξαφάνισή του. Ο μικρός, ο Παύλος, στα πενήντα
οκτώ του κάπου τώρα, πικρή ιστορία κι αυτός. Δεν σπούδασε τίποτα, δεν εργάστηκε
ποτέ. Δεν έχει φίλους. Οι μόνοι γνωστοί του είναι οι πωλητές στα βιβλιοπωλεία
και στα δισκοπωλεία. Οι μόνοι φίλοι του, τα βιβλία και τα LPs του. Πριν δυόμιση χρόνια, τότε που έβαλαν την θεία στο γηροκομείο,
πουλήθηκε επιτέλους η κληρονομιά του πατέρα του, του ταγματάρχη, στην
Πελοπόνησο, στη γέφυρα του Ρίο. Ο «μικρός» έφαγε όλη την περιουσία αυτή με
κάποιες γυναίκες του δρόμου, που τον είχαν πάρει υπό την «κηδεμονία» τους, μας
είπαν οι αδερφές του. Η θεία Ερασμία δεν το γνωρίζει. Δεν θα το μάθει ποτέ. Της
φθάνει που…
Από παλιά, μετά από μια τουρνέ σε διάφορες πόλεις,
η θεία έμεναν στην Αθήνα, σε ένα διαμέρισμα ανάμεσα στο Σταθμό Λαρίσης και στην
Πλατεία Βικτωρίας. Εκεί έμεινε με τον Παύλο μόνη τα τελευταία πολλά χρόνια, μετά
τον θάνατο του άντρα της, μέχρι που τα δυο της κορίτσια έχτισαν πολυκατοικία
στα Βριλήσσια και της έφτιαξαν ένα μικρό μονόχωρο διαμέρισμα στο ισόγειο για να
μένει εκεί. Η μεγάλη κόρη, ζωντοχήρα από χρόνια, ήταν πάντα σε κάποια απόσταση
από την υπόλοιπη οικογένεια, είχε πάντα τα «δικά» της. Η θεία έμεινε αρκετά
χρόνια στα Βριλήσσια. Την επισκέφθηκα αρκετές φορές εκεί, όπως άλλωστε και
παλιά στην Πλατεία Βικτωρίας. Ήταν μόνη. Ουσιαστικά μόνη. Σκληρά τα κορίτσια,
παρόλη την καλή προαίρεση τους να πάρουν τη μητέρα τους κοντά τους. Κάθε φορά
που πήγαινα, ήθελα να μιλώ μαζί της για την ιστορία της, την ιστορία της
οικογένειας, της Πόλης. Εκείνη γέμιζε πάντα ζωή, περνούσαμε όμορφα. Και μόλις κατέβαιναν
τα κορίτσια, από υποχρέωση θαρρώ, επειδή ήξεραν πως θα είχα έρθει, διέκοπταν και
μιλούσαν με φωνές δυνατές, τσιριχτές, άχρωμες, δεν ενδιαφέρονταν για τίποτα,
μιλούσαν στη μάνα τους τόσο δυνατά, σαν να ήτανε κουφή. Ενώ εγώ μιλούσα
κανονικά μαζί της, και σπάνια, όταν αντιλαμβανόμουν ότι δεν άκουγε, απλά το
επαναλάμβανα αργά. Άνθρωπος με ενδιαφέροντα, ανησυχίες πνευματικές η θεία μου,
εκείνες γειωμένες, γειωτικές. Διέκοπταν την όμορφη ατμόσφαιρα που είχαμε οι δύο
μας. Και όλα ξαναγινόντουσαν μουντά και σκυθρωπά. Κάποια στιγμή μάλωσαν πάρα
πολύ και η θεία μου ζήτησε να την βάλουν σε γηροκομείο για νάχει παρέα, νάχει
ανθρώπους να μιλάει. Το έλεγε στη μάνα μου στο τηλέφωνο, μιλούσαν για χρόνια,
καθημερινά, με τις ώρες. Της τηλεφωνούσε πάντα η μάνα μου, καθώς είναι σε
καλύτερη οικονομική κατάσταση από τη θεία. Έχουν να συναντηθούν περίπου είκοσι
χρόνια οι δύο αδερφές… Λεφτά από τη σύνταξη έχει δικά της, φαντάζονταν πως θα
συμπλήρωναν κάτι κι οι κόρες της, μιας και θα νοίκιαζαν πλέον το διαμερισματάκι
που ζούσε. Μάλωσαν πολύ, την πήγαν τελικά σε «γηροκομείο» κι από τότε άρχισε το
μαρτύριο της Ερασμίας, στα γεράματά της.
Αυτό τώρα δα, που χτυπάω το κουδούνι του, είναι το
τρίτο κατά σειρά, στα δυόμιση χρόνια πούχει φύγει από το σπίτι. Την είχα
ξαναεπισκεφθεί στο πρώτο, που ήταν άθλιο. Ήταν δυστυχισμένη και την είχα συμβουλέψει
να πει στα κορίτσια πως το είχε μετανιώσει και πως εκείνα σίγουρα θα την
έπαιρναν πίσω. Κι όμως. Της άλλαξαν απλώς ίδρυμα. Και μετά ξανά.
Και τώρα, να έφθασα. Χτυπώ το κουδούνι και μου
ανοίγουν κατευθείαν. Με περίμεναν. Ήταν άλλωστε η επίσημη ώρα του επισκεπτηρίου.
Στις 10 το πρωί ή 5 με 8 το απόγευμα, μου είχαν πει από το τηλέφωνο. Στενή,
σκοτεινή είσοδος. Αριστερά ένας σκοτεινότατος διάδρομος και μια είσοδος σε ένα δωματιάκι
μ’ ένα γραφείο. Το γραφείο έπιανε από την μια πλευρά του δωματίου μέχρι την
άλλη. Μια στρουμπουλή γυναίκα γύρω στα πενήντα, καθισμένη στο κέντρο του
γραφείου χαριεντίζονταν με έναν νέο άντρα που στεκόταν όρθιος μπροστά της.
Καλησπέρισα. Διέκοψα. «Θέλω να δω την κυρία Ερασμία Ζησιμοπούλου», είπα. Με ρώτησε
αν ήμουν εκείνη που τηλεφώνησα. «Ναι, εγώ». «Στον 1ο, ρωτήστε τις
κοπέλες να σας δείξουν το δωμάτιο της Ερασμίας», μου είπε. «Ν’ ανέβω με το
ασανσέρ;» «Όπως θέλεις».
Μικρό, στενό, γκρίζο, αν όχι από το χρώμα, σίγουρα
από το χρόνο. Το ασανσέρ. Μικρός, στενός, παλιός διάδρομος. Βγήκα. Έστριψα.
Ξανάστριψα. Ανοιχτές πόρτες από κλειστά δωμάτια. Κλειστά δωμάτια ανοιχτά στην
κοινή θέα. Γυάλινοι τοίχοι τα χώριζαν μεταξύ τους. Αδιαπέραστα ντουβάρια
έμοιαζαν να τα χωρίζουν από τον έξω κόσμο. Κι όμως, σχεδόν στο κέντρο της
Αθήνας. Έστριψα και βρέθηκα μπροστά στην ανοιχτή πόρτα της κουζίνας. Ένα μικρό
δωματιάκι με κουζινικά και μια νεαρή κοπέλα με άσπρη ποδιά έκανε εκεί κάποια
δουλειά. Ρώτησα: «Ποιο είναι το δωμάτιο της Ερασμίας;» και μου το υπέδειξε. «Το
τελευταίο στα αριστερά». Το τελευταίο… Κι όμως με τρία ακόμη βήματα βρισκόμουν
στο δωμάτιο της Ερασμίας.
Την είδα. Μικρό και σκοτεινό. Καθόταν. Δύο
κρεβάτια όλα κι όλα, παράλληλα, μικρή απόσταση χώριζε το ένα από το άλλο.
Καθόταν επάνω στο αριστερό. Δυο μικρά κομοδίνα δίπλα σε κάθε κρεβάτι.
Αναμαλλιασμένη. Σαστισμένη. Σκοτεινή. Στο άλλο κρεβάτι ξάπλωνε μια ξένη γυναίκα
που δεν φαινόταν να κοιμάται, αλλά ούτε και να είναι ακριβώς ξύπνια. Καλησπέρισα.
Η ξένη με κοίταξε, αλλά μάλλον δεν με είδε. Με κοίταξε, σαν ξένη, η θεία μου. Η
Ερασμία. Της μίλησα. Θολό το βλέμμα της έπεσε πάνω μου. Σαστισμένη. Της ξαναμίλησα,
«Θεία, εγώ είμαι» της είπα, «η Μίτση». «Σας έχει ενημερώσει η μαμά, ότι θα
έρθω. Με περιμένατε». Άρχισα να βγάζω το πανωφόρι μου και συνέχιζα να της μιλάω
αργά. Κι εκείνη άρχισε σιγά σιγά να με βλέπει. Μου έκανε νεύμα να σκύψω και με
φίλησε.
Δεν έβρισκα μέρος να αφήσω το πανωφόρι μου και το
σακίδιό μου. Κρέμασα το ένα στο χερούλι της ανοιχτής πόρτας του δωματίου κι
ακούμπησα το άλλο σε μια καρέκλα που «προνομιακά» για τη θεία μου βρισκόταν
στην κάτω άκρη του κρεβατιού της. Εκεί στοιβαγμένα βρίσκονταν διάφορα πράγματα.
Μια κουβέρτα, μια ζακέτα και δεν θυμάμαι πια τι άλλο.
Αμέσως ζήτησα ένα άδειο ποτήρι ή κάτι άλλο για να
βάλω το κόκκινο τριανταφυλλάκι. Το είδε, κάτι μουρμούρισε αρνητικό.. «Για να
ομορφύνω τον χώρο», της είπα. Αναζήτησα ένα ποτήρι στο κουζινάκι. Έβαλα το
λουλούδι στο κομοδίνο της Ερασμίας. Ζήτησε συγνώμη για την κατάστασή της. Με
ρώτησε αν είχα μαζί μου κάποια χτένα. Η δική της είχε χαθεί. Την έβαλαν στο
πλυντήριο μαζί με την μαξιλαροθήκη της, μου είπε. «‘Όχι θεία, δυστυχώς δεν έχω,
αλλά μπορώ να πεταχτώ δίπλα στο ψιλικατζίδικο να φέρω μια». Δεν θέλησε. ¨Έβγαλα
τα φρούτα από την τσάντα, τα χάρηκε πολύ. Τα κουλουράκια δεν τα ήθελε. Τις
καραμέλες δεν τις αναγνώρισε, αλλά της θύμισα ότι είναι οι αγαπημένες της και
της άφησα μέσα στο συρταράκι της. Χρήματα, η μητέρα μου το είχε τονίσει, να της
αφήσω χρήματα, να τα δίνει στις κοπέλες να την φροντίζουν λίγο παραπάνω, pour boire. Τα είχα έτοιμα τα
πεντόευρα. Της έδωσα. «Ναι, ναι» μου είπε. Της έφθαναν λιγότερα, είπε, της
άφησα περισσότερα. Με ρώτησε πόσα της άφησα, για να ξέρει. «Πάμε έξω στο σαλόνι
να καθίσουμε», μου είπε. Τόση ώρα στεκόμουν όρθια. Δεν είχα πού να καθίσω παρά
μόνο στις άκρες των κρεβατιών ή επάνω στην καρέκλα-ντουλάπα.
Σηκώθηκε και μου ζήτησε να της στρώσω λίγο με το
χέρι τα μαλλιά. .Μουρμούρισε πάλι για την εμφάνιση της. Δεν ήταν περιποιημένη,
όντως. Και πώς να ήτανε; Μου ζήτησε να της ανεβάσω τη φούστα να σταθεί καλά
πάνω στη μέση. Μόλις είχε τελειώσει το δείπνο, μου είπε. Εκεί, στο κρεβάτι. Στηρίχθηκε
στο «πι» και σιγά σιγά βγήκαμε. (Πριν έναν χρόνο περίπου είχε πέσει μέσα στην
τουαλέτα κι έσπασε το ισχίο και χειρουργήθηκε). «Έφερα και δύο χυμούς να τους
πιούμε παρέα», της είπα. «Θα τους φέρω στο σαλόνι». «Φέρε και μια μπανάνα», μου
ζήτησε. «Τις άλλες άφησέ τες εκεί. Τι καλά που έφερες φρούτα. Εδώ μας τα δίνουν
με το στανιό».
Περπατήσαμε αργά στον μικρό, στενό, παλιό
διάδρομο. Μπροστά η θεία και πίσω εγώ. Έξω από τις ανοιχτές πόρτες των κλειστών
δωματίων. Μικρές σκηνές προσωπικών δραμάτων. Καλησπερίζαμε, με σύστηνε σε όσες
κυρίες άκουγαν, ή μάλλον σε όσες καταλάβαιναν. Φθάσαμε στο σαλόνι. Πόρτα
αριστερά στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Ένας στενόμακρος χώρος με πολυθρόνες
γύρω γύρω, η μια δίπλα στην άλλη κι ένας μικρός καναπές κάπου ανάμεσα,
σχημάτιζαν ένα Πι. Στη μέση τραπεζάκι και στην άλλη άκρη ένα έπιπλο με μια
μεγάλη τηλεόραση. Παλιά ριχτάρια πάνω στις πολυθρόνες και μαξιλαράκια μέσα σε
θήκες πλεκτές. Την βοήθησα να καθίσει σε μια πολυθρόνα στην άκρη. Δεν χωρούσε
να περάσει πιο μέσα, καθώς είχε το «πι». Κάθισα δίπλα της. Δεν πρόλαβα μάλλον
να καθίσω, γιατί αμέσως εμφανίσθηκε ο κύριος Γιάννης, που λίγο πριν είχαμε
καλησπερίσει στο διάδρομο. Μας ξαναχαιρέτισε και το μάτι του έπεσε αμέσως επάνω
στην μπανάνα, που μαζί με τους χυμούς είχα ακουμπήσει στο τραπέζι. «Δώστην του»,
μου μουρμούρισε η θειά μου. «Αυτή είναι για σας», κύριε Γιάννη. Ευχαριστήθηκε
πολύ. Σαν να την περίμενε. Επέστρεψα στο δωμάτιο της θείας να φέρω μιαν άλλην
για εκείνην. Τα μανταρίνια είχαν εξαφανισθεί. Δεν ρώτησα ποιος τα πήρε. Μάλλον
τα έβαλε κάποιος στο ψυγείο στην κουζίνα, καθησύχασα τον εαυτό μου. Επέστρεψα
στο σαλόνι. Ο κύριος Γιάννης εκεί, στεκόταν όρθιος δίπλα στη θεία. Εκείνη τον
ρώτησε αν είχε μια χτένα. «Αμέσως» της είπε, και πήγε στο δωμάτιο του να την
αναζητήσει. Δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Μου φάνηκε περίεργο που βρισκόταν στο
«γηροκομείο». Έφερε μια μικρή ανδρική χτένα και χτένισε μόνος του τη θεία μου.
Ήταν κεφάτος και χαμογελαστός. Φαινόταν έξυπνος άνθρωπος και πρόθυμος. Φαινόταν
πως σκόπευε να μείνει στο σαλόνι μαζί μας. Δεν προλαβαίναμε να ολοκληρώσουμε
κουβέντες. Είχε καθίσει στην πολυθρόνα απέναντι και κάθε τόσο έλεγε τα δικά
του, με ρωτούσε διάφορα, μας διέκοπτε.
Το ξαναλέω. Η Ερασμία, όπως κι η μάνα μου, ήταν
και είναι άνθρωπος με ενδιαφέροντα κι ανησυχίες πνευματικές. Με ρωτούσε για το
μεταπτυχιακό μου. Χαιρόταν που μετά από τα διάφορα που σπούδασα στη ζωή μου, τώρα
σπούδαζα φιλοσοφία γιατί κι εκείνη την αγαπούσε από μικρή, από το σχολείο.
Μάλλον πιστεύει ότι στην οικογένεια έχουμε το «φιλοσοφικό γονίδιο», μου είπε
χαμογελώντας. «Πήρες από τη μητέρα σου, παιδί μου». Και ξαφνικά, μου πέταξε μια
υπέροχη φράση που πρόσφατα είχα πρωτακούσει σε κάποιο σεμινάριο και είχα
συγκινηθεί από την ποιητικότητα της. «Δύο πράγματα με συγκινούν περισσότερο. Ο
έναστρος ουρανός και το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι είπε ο Καντ», μου είπε
με σταθερή φωνή η Ερασμία. Στο πρόσωπό της
λάμψη. Στο δικό μου δάκρυ και χαμόγελο μαζί.
Η στρουμπουλή κυρία που είχα συναντήσει στο
γραφείο του ισογείου αναπάντεχα μας διέκοψε: «Εσείς δώσατε μπανάνα στον
Γιάννη;» με ρώτησε. Εκείνος μας είχε αφήσει, καθώς μάλλον είχε απογοητευθεί από
την κουβέντα μας. «Ναι, εγώ». «Ξέρετε όμως ότι ο Γιάννης έχει σάκχαρο και ότι
απαγορεύεται να τρώει μπανάνες;». Ψέλλισα μια ένοχη «συγγνώμη». Λίγο αργότερα
έβγαλα από τον σάκο τη μικρή κάμερα για να φωτογραφήσω τη θεία. Ήξερα πως δεν
θα το ήθελε ιδιαίτερα πολύ, μιας και δεν ήταν περιποιημένη. Η αλήθεια είναι πως
δεν το ήθελα ιδιαίτερα ούτε εγώ για λογαριασμό της. «Για να σας δει η αδερφή
σας», της είπα και δέχθηκε. Μετά γύρισα τον
διακόπτη στη βιντεοσκόπηση και παρακάλεσα να μου ξαναπεί τη φράση του Καντ. Εκείνα
τα λεπτά δεν άκουγε ξαφνικά τι της έλεγα. «Του Καντ, του Καντ» αναγκάστηκα να
φωνάξω πολλές φορές. Και το όνομα του Immanuel Kant αντήχησε σε όλους τους ορόφους του Rest Palace. Αμφιβάλλω πάντως αν ο Καντ ήταν που έκανε τον
Γιάννη να ξανάρθει στο σαλόνι. Μάλλον πήρε μυρωδιά ότι βιντεοσκοπώ. Πλησίασε και
μπήκε στο κάδρο με τη θεία. Είχα λίγη μνήμη στην κάρτα της μηχανής και δεν
ήθελα να χάσω «χώρο» με τον Γιάννη. «Δεν είναι καλή η κάμερα», συνέχισα. ¨Όντως
δεν ήταν. Ήθελε να την δει. Ζήτησε να του στείλω μια κόπια. Είχε dvd player στο δωμάτιό του, μου είπε. Βιντεοσκόπησα τη θεία
για ελάχιστα λεπτά. Δεν ένιωθα καλά. Δεν είχε πολύ νόημα. Δεν είχα καλή κάμερα.
Δεν ξέρω γιατί…
Στο μεταξύ μια περίεργη γυναίκα, ακαθορίστου ηλικίας,
παχιά, στεκόταν στην είσοδο του σαλονιού και μας παρακολουθούσε. Τα νύχια της
ήταν βαμμένα, κόκκινα. ¨Έμοιαζε να μην επικοινωνεί καλά. Φαινόταν πάντως στα
μάτια της η περιέργεια και η δίψα για παρέα. Με ρώτησε πώς με λένε και αν είμαι
κόρη της Ερασμίας. «Αν ήμουν κόρη της, δεν θα βρισκόταν τώρα εδώ», απάντησα. Δεν
ξέρω αν κατάλαβε κανείς τι είπα. Ούτε εγώ ξέρω αν έπρεπε να το πω. Σαν να
ειπώθηκε από μόνο του. Αργότερα εμφανίσθηκε μια ηλικιωμένη κυρία, σίγουρα
πάντως μικρότερη από τη θεία μου, με πολύ σοβαρή μορφή και παρουσία, «καθώς
πρέπει». Την είχα χαιρετήσει προηγουμένως, όταν περνούσα έξω από το δωμάτιο
της. Πήρε και την άλλη, την παχουλή, μαζί και μπήκαν και κάθισαν απέναντι μας
στον καναπέ. Μου έπιασε τη συζήτηση η σοβαρή κυρία ενώ η παχουλή ψέλλιζε διάφορα,
μάλλον «αυτιστικά». Και η νύφη της, η γερμανίδα, είναι τόσο ψηλή σαν εμένα, μου
είπε η κυρία. Είναι αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο. «Πού ζούνε με τον γιο σας;», την
ρώτησα. «Εδώ, στην Αθήνα». Παύση. Η κουβέντα με την Ερασμία γινόταν όλο και πιο
αποσπασματική. Αυτό με ενοχλούσε. Είχα πάει εκεί για να κάνω παρέα σε κείνην. Όχι
στους ξένους. Αλλά κι οι ξένοι με είχαν ανάγκη, όσο κι εκείνη. Αν όχι παραπάνω.
Οι ξένοι, δεν ήταν τόσο ξένοι τελικά. Από τύψεις, ή μάλλον από επιθυμία να της
θυμίσω ότι είμαι εκεί μόνον για κείνην, ακούμπησα απαλά το χέρι μου στην πλάτη
της και το άφησα εκεί, καθόση ώρα συνομιλούσα με τους άλλους.
Κάποια στιγμή έβγαλα από την τσάντα καραμέλα. Όλα
τα βλέμματα, εκτός της Ερασμίας, καρφώθηκαν επάνω μου. Ήταν κι ο Γιάννης πάλι στην παρέα. «Θα σας πρόσφερα,
αλλά φοβάμαι», ψέλλισα, «μήπως δεν κάνει». «Μα δεν πειράζει για μια καραμέλα»,
συμφώνησαν όλοι. «Αφήστε να δω πρώτα τα συστατικά. Νομίζω πως είναι χωρίς
ζάχαρη». «Ναι, τις ξέρω αυτές τις καραμέλες, δεν έχουν ζάχαρη» είπε η σοβαρή κυρία,
«αλλά και νάχαν δεν θα πείραζε τώρα δα για μια καραμέλα». Σηκώθηκα από τη θέση
μου, πέρασα μπροστά από τις ανοιχτές, όλο λαχτάρα, παλάμες και άφησα να πέσουν
από τρεις τέσσερις στην κάθε μία, με έναν ενδόμυχο φόβο, μήπως δεν κάνω καλά.
«Θα σας άφηνα το κουτάκι, αλλά φοβάμαι», ψέλλισα ένοχα.
Η κουβέντα με τη θεία συνεχιζόταν αποσπασματικά.
Αυτήν τη φορά δεν παραπονέθηκε που είναι σε γηροκομείο, δεν παραπονέθηκε για
τις κόρες της, ούτε που δεν την ξαναπαίρνουν στα Βριλήσσια, ούτε που δεν
πηγαίνουν τακτικά να την δουν, ούτε για τον μικρό, με τον οποίον είχε ήδη
τσακωθεί πριν χαθεί η περιουσία, κάτι που άλλωστε η Ερασμία δεν γνωρίζει. Το
έχει πάρει απόφαση πια. Έτσι φαίνεται. Μου το είχε ήδη πει και η μητέρα μου.
Κάποια στιγμή μου λέει: «Η μητέρα σου κι εγώ είχαμε την ίδια μοίρα, να χάσουμε
ένα από τα παιδιά μας». «Δαγκώθηκα μέσα μου. Δαγκώθηκα». «Ναι, ναι» είπα,
σχεδόν με χαρά, καθώς εκείνη τη στιγμή σιγουρευόμουνα ότι δεν έχει μάθει για τον χαμό του από χρόνια "χαμένου" της μεγαλογιού... Κάθε τόσο διέκοπτε εκείνη η περίεργη, σαν αυτιστική, παχουλή
γυναίκα, που στο μεταξύ είχε έλθει και κάθισε δίπλα μου, επαναλαμβάνοντας τη
φράση “I love you” απευθυνόμενη ντροπαλά, αλλά συγχρόνως
παιχνιδιάρικα σε μένα. Και κάθε τόσο με φώναζε «κυρία, κυρία» για να με κάνει
να γυρίσω προς το μέρος της και να ξαναπεί στα αγγλικά πως με αγαπά… Κάποια
στιγμή μάλιστα αποπειράθηκε να ξεκινήσει κανονικό διάλογο μαζί μου,
τουλάχιστον έτσι φάνηκε, αλλά την σταμάτησε η σοβαρή κυρία, υπενθυμίζοντάς της ότι
μιλούσα με την Ερασμία.
Είχαμε πιεί τους χυμούς μας, είχα ζητήσει συγνώμη
από τους υπόλοιπους, που δεν γνώριζα την παρουσία τους για να είχα μεριμνήσει
να φέρω και σε κείνους, η ώρα περνούσε, η τηλεόραση έπαιζε απαλά κάποιο σίριαλ.
Δεν ξέρω αν οι κυρίες είχαν έρθει στο σαλόνι για το σίριαλ ή για την παρέα,
αλλά σε κάθε περίπτωση προτίμησαν την παρέα.
Η ώρα είχε περάσει, σκεφτόμουν πώς σε λίγο θα
έπρεπε να φύγω. Η καρδιά μου δεν το μπορούσε. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Το
επισκεπτήριο ήδη είχε λήξει κι εγώ κάποια στιγμή έπρεπε να αναχωρήσω για να μην
χάσω την παράσταση στο θέατρο.
Ένας νέος άντρας εισέβαλε στη σάλα. Στην ηλικία
μου περίπου ή λίγο μεγαλύτερος. Ο Γιάννης σηκώθηκε χαρούμενος και μου σύστησε
τον γιο του, τον παρουσιαστή της τηλεόρασης, είπε. Δεν τον γνώριζα, καθώς δεν
βλέπω τηλεόραση και ειδικά δεν βλέπω τηλεπαιχνίδια, παρότι όπως είπαν είναι
πολύ γνωστός. Μπήκαν, βγήκαν πατέρας και γιος, και τελικά ξανακάθισαν στο
σαλόνι. Εκεί, μπροστά σε όλους μας, διαπληκτίστηκαν. Βρήκα τον γιο ιδιαίτερα
σκληρό μέχρι που, από τα λεγόμενά του, κατάλαβα ότι αναγκάστηκε να βάλει τον πατέρα του στο
«γηροκομείο», καθώς είναι διαβητικός και
όσο ζούσε μόνος του έκανε συνέχεια καταχρήσεις. Φώναζε σαν θηρίο στο κλουβί ο
Γιάννης, ότι θέλει να συνεχίσει τη ζωή του, ότι είναι νέος, έχει όρεξη να
συνεχίσει την κοινωνική του ζωή. Ο γιος δεν ύψωσε φωνή, αλλά μίλαγε σκληρά. Θέλω
να πιστεύω πως δεν γινόταν διαφορετικά για τον Γιάννη. Για την Ερασμία ξέρω πως
γινόταν διαφορετικά. Αλλά ξέρω επίσης πως η ίδια δυστυχώς έδωσε την αφορμή, ζητώντας το η ίδια από τις θυγατέρες της που ζούσαν στον πάνω και στον παραπάνω όροφο από το μικρό ισόγειο διαμέρισμά της. Σίγουρα, πάντως, πίστευε πως το γηροκομείο στο οποίο θα την έστελναν θα ήταν
πολύ διαφορετικό από αυτά τα τρία από τα οποία πέρασε τα τελευταία δυόμιση χρόνια της ζωής της.
Ο γιος του Γιάννη είχε ήδη φύγει. Ήρθε η ώρα να
φύγω κι εγώ.
( Αθήνα, 14.11.08)
ΥΓ1 (Ρέθυμνο, 6.2.09)
Πριν από πέντε λεπτά τηλεφώνησα στο ίδρυμα για να
μάθω την ονομασία του και να την καταχωρήσω εδώ. Επί τη ευκαιρία, ζήτησα να
μιλήσω με τη θεία μου. Ήρθε στο τηλέφωνο. Δεν ακούει από το τηλέφωνο πια
καθόλου. «Ποια είσαι; Η Ελευθερία;» (εννοώντας την αδερφή της, τη μητέρα μου).
«Όχι θεία, η Μίτση είμαι» επανέλαβα, χωρίς αντίκρισμα, πολύ δυνατά, πολλές
φορές. Εκείνη ωστόσο είπε κάποια πράγματα στην Ελευθερία. (στο ίδρυμα αυτό δεν
θέλουν και πολλά τηλεφωνήματα κι έτσι πλέον η μητέρα μου τηλεφωνεί περίπου δύο
φορές την εβδομάδα, άλλωστε η Ερασμία, δεν ακούει πια στο τηλέφωνο).
«Οδεύω προς το τέλος και είμαι ήρεμη. Δεν θέλω
τίποτα πια. Δεν αποζητώ τίποτα. Δεν με ενδιαφέρει πια αν έρχονται ή δεν
έρχονται να με δουν. Ούτε πώς μου φέρονται, όταν έρχονται. Δεν μου δίνουν
χρήματα για να δίνω στις κοπέλες για pour boire, Ελευθερία. Το
πιστεύεις; Πω, πω οι κόρες μου.. Τόσο άσπλαχνες, σκληρές… τι να πω..
Πελοποννήσιες.. Μα πες μου Ελευθερία; Τι έγινε; Πέθανε κάποιο παιδί μου; Πέθανε
ο Παύλος Ελευθερία; Ε; πέθανε ο Παύλος; Πες μου..»
«Όχι, όχι» φώναξα με δυνατή φωνή ματαίως. Εκείνη
δεν άκουγε. Επαναλάμβανε την ερώτηση.
«Ο Παύλος είναι καλά», φώναζα. «Είναι καλά». «Είμαι η Μίτση, από Κρήτη», και μέσα μου έτρεμα μην τυχόν και με ρωτούσε για τον πρώτο της γιο, τον Μάκη.
«Ο Παύλος είναι καλά», φώναζα. «Είναι καλά». «Είμαι η Μίτση, από Κρήτη», και μέσα μου έτρεμα μην τυχόν και με ρωτούσε για τον πρώτο της γιο, τον Μάκη.
Πήρε το ακουστικό η υπάλληλος, μάλλον αλλοδαπή.
Της ζήτησα να πει στη θεία μου ποια είμαι. Άκουσα την ευχάριστη έκπληξη της και αναθάρρεψα. Δεν με ξαναρώτησε για τον Παύλο, ούτε για θάνατο ξαναμίλησε. Είπε
απλώς, να πω στη μητέρα μου ότι είναι ήσυχη. Και μου έκανε παράπονο για τις
κόρες της. «Πολύς κόσμος με αγάπησε στη ζωή μου», είπε. «Εσύ με αγαπάς, ακόμη
κι εδώ με αγαπούν. Οι κόρες μου δεν με αγάπησαν ποτέ. Φαίνεται πως ούτε εγώ
τις αγάπησα», είπε. «Έρχονται εδώ κι αν δεις πως μου μιλάνε. Κι εκείνο το
«σταμάτα» που μου λένε συνεχώς. Μα πώς μιλούνε έτσι σε κάποιον άνθρωπο που σε
λίγο θα φύγει από τη ζωή; Τέλος, ο γέρος είναι βάρος», είπε. Και με αλλαγμένη
φωνή, όταν της είπα πώς σύντομα θα ξαναπάω να την δω «Αχ και να ήσουνα εδώ, να
μιλάγαμε για τον Καντ και τον Καρτέσιο», είπε η ενεντηαεξάχρονη θεία μου
Ερασμία, η μεγάλη αδερφή της μητέρας μου, η γεννημένη στη βασιλίδα των Πόλεων,
από γονείς Ποντίους, τους προπάτορες μου.
Κατέβασα το ακουστικό και έκλαψα με μαύρο δάκρυ.
ΥΓ2 (Θεσσαλονίκη, 14 Σεπτεμβρίου 2013)
Την ξαναείδα τον Οκτώβρη του 2009 και τον Φλεβάρη του 2010. Την τελευταία φορά δυσκολεύθηκε πολύ να με αναγνωρίσει κι η επικοινωνία μας ήταν ελάχιστη... Τον Ιούλιο του 2010 έφυγε από τη ζωή. Η
τύχη τόφερε και βρισκόμουν στην Αθήνα, ώστε παραβρέθηκα στην κηδεία της,
αντικαθιστώντας δυο από τα εν ζωή παιδιά της που δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκεί. Εγώ την αποχαιρέτισα.
Μετά από μερικούς μήνες μετακόμισα στην Αθήνα, αλλά εκείνη δεν ήταν πια εκεί για να την επισκέπτομαι, όπως θα τόθελα...